Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η αρχή

"Ο χρόνος. Όταν με ρωτάνε γιατί έγιναν όλα αυτά, γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα, πώς έφτασα μέχρι εδώ, απαντώ "ο χρόνος, αυτός φταίει". Κανένας δεν ικανοποιείται μ' αυτή την απάντηση. Δεν θέλουν να πιστέψουν ότι για τις βδελυρές μου πράξεις μπορεί να ευθύνεται κάτι τόσο αφηρημένο, τόσο απαράλλαχτο και καθημερινό, όσο ο χρόνος, θέλουν κάτι πιο απτό, κάτι που να μπορεί να ξεχωρίσει εμένα, το τέρας, από εκείνους, τους αθώους. Και ο χρόνος δεν κάνει γι' αυτό. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως ο χρόνος, απροσδιόριστες ώρες και λεπτά μπορεί να σχετίζεται με αυτή τη φρικαλεότητα. Τους καταλαβαίνω, γιατί σκέφτονται τον χρόνο ως κάτι προσωρινό, κάτι που περνάει. Όμως για μένα ποτέ δεν ήταν έτσι. Εμένα, ο χρόνος με στρίμωξε στη γωνιά από την πρώτη στιγμή, από το πρώτο φως και ακόμα νωρίτερα, με στρίμωξε να ζω μονάχα στον χώρο της αλήθειας και δεν με έχει αφήσει από τότε, ούτε για μια στιγμή να ξεστρατίσω, ούτε καν τώρα, λίγες ώρες προτού τελειώσουν όλα για μένα.

Κάποιοι άνθρωποι τα πάνε καλά με τον χρόνο. Ακόμα και τώρα, που η αλήθεια δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, δεν μπορώ να πω ότι τους ζηλεύω, αλλά σίγουρα τους θαυμάζω. Γνώρισα τέτοιους ανθρώπους, ελεύθερους, που μπορούσαν να περάσουν ώρες ολόκληρες χωρίς να αναρωτηθούν καθόλου πόση ώρα είχε περάσει, χωρίς να ελέγξουν τις ζημιές που σκόρπισε πάλι στο πέρασμα του ο εχθρός. Τους έβλεπες, να στέκονται καταμεσής μιας πελώριας σκιάς που ολοένα και μεγάλωνε, μια σκιά που κατάπινε κάτι από τις υπόλοιπες διαστάσεις σε κάθε χαψιά, κάθε ανάσα, Κι όμως, εκείνοι έμεναν ατάραχοι, λες και απολάμβαναν την βαριά σκιά που έκρυβε τα μελλούμενα. Προσπαθούσα μάταια να τους εξηγήσω τι συμβαίνει, να τους δείξω την εύθραυστη γη που πατάνε και που κάνουν ακόμα πιο σαθρή με κάθε τους κίνηση. Όμως βλέποντας τους έτσι, ατρόμητους μέσα στην άγνοια τους, προσπάθησα και εγώ να αγνοήσω το αίσθημα που είχε σκεπάσει την ύπαρξη μου, τον "περιορισμό" όπως μου αρέσει να το ονομάζω, ελλείψει κάποιας καλύτερης φράσης. Αφού μπορούν εκείνοι, μπορούσα και εγώ.

Όμως χρειάστηκε μόνο ένα βροχερό απόγευμα, σε ένα προάστιο της Αθήνας, για να παραδοθώ και πάλι στην αβάσταχτη βεβαιότητα του χρόνου .Την ώρα που είχα φτάσει πιο κοντά από ποτέ στο να διώξω τις συνέπειες του χρόνου από πάνω μου, εκείνος μου αποκαλύφθηκε αυτούσιος, με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Και εκεί κατανόησα ξεκάθαρα και απόλυτα όλα εκείνα που 25 χρόνια αργότερα θα με οδηγήσουν σε αυτό εδώ το κελί. Κατανόησα το αναπόφευκτο: Κατανόησα ότι ο χρόνος δεν μας περιμένει στο τέρμα, δεν έρχεται από κάποια αντίθεση κατεύθυνση. Πορεύεται συνεχώς μαζί μας, στην αρχή και στο τέλος και σε κάθε στιγμή ενδιάμεσα. Είναι εκεί, σε όσα γίνονται και σε όσα δεν έγιναν ποτέ, πάντα είναι εκεί. Παρελαύνει στους δρόμους, σκαρφαλώνει στα πιο ψηλά βουνά, και ακόμα παραπάνω, πέρα από τα σύννεφα και τους ανέμους, βουτάει, απ' τους αιθέρες στα πιο βαθιά νερά του ωκεανού. Και όπου σταθεί, όπου ακουμπήσει, όπου συσσωρευθεί, γεννάει, μέσα στα σύννεφα, μέσα στη βροχή, μες στα καινούργια φύλλα και στα αστέρια που πεθαίνουν, συνέχεια, ώσπου να γίνουν όλα χρόνος.

Ξέρεις, έρχονται, κάπου κάπου επισκέπτες  να με δουν, περίεργοι ρεπόρτερ, διψασμένοι φοιτητές Ψυχολογίας που θέλουν να κατανοήσουν τις πράξεις μου. Με ρωτάνε για τους φόνους, για τη Λουίζα, για τον Γιώργο, για όλους όσους χάθηκαν. Οι περισσότεροι προσπαθούν να με κοιτάζουν με ένα ύφος ουδέτερο, κρύβοντας πίσω από τον οίκτο τη βαθιά τους αποστροφή για μένα και όσα έκανα. Μου αρέσει να με κοιτάζουν έτσι. Σημαίνει ότι δεν είχα άδικο. Ή έστω, όχι εντελώς άδικο. Θέλουν να μάθουν γιατί σκότωσα εκείνους τους ανθρώπους. Και, με όση ειλικρίνεια διαθέτω, σίγουρα όχι λιγότερη από όση μου δόθηκε αρχικά, τους απαντώ: "Τη Λουίζα, τον Γιώργο, τους άλλους δυο, των οποίων τα ονόματα δεν μπορώ να θυμηθώ ( μια αδυναμία που έκανε έξω φρενών τους περισσότερους επισκέπτες), όλους, ακόμα και εμένα, που βρίσκομαι στην τελευταία μου ημέρα και μου απομένουν πια μόνο ψίχουλα, λεπτά και δευτερόλεπτα να μετράω, όλους εμάς, μας σκότωσε ο χρόνος. Για αυτό λοιπόν, δεν θέλω να απολογηθώ για τους θανάτους, δεν έχει και σημασία άλλωστε. Το μόνο που έχει σημασία είναι να διηγηθώ όσα έγιναν, όλες τις κινήσεις που στρίμωξαν την ύπαρξη μου σε αυτήν εδώ τη στιγμή, αναπόφευκτα. Για αυτό είσαι εδώ. Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε, δεν έχουμε πολύ χρόνο."

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Κεφάλαιο 2ο

"Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί του τα συνέβαιναν αυτά. Δεν είχε διαπράξει τίποτα κακό, σίγουρα όχι κάτι που να δικαιολογούσε την κατάσταση στην οποία τον είχαν φέρει. Απ' το μυαλό του πέρασε η σκέψη μήπως είχε να κάνει με κοινούς κλέφτες. Αλλά ήταν βέβαιο πως δεν είχε τίποτα μεγάλης αξίας να τους δώσει, σίγουρα όχι κάτι που να άξιζε τόσο κόπο, τόση οργάνωση. Ξαφνικά, άρχσει να ψαχουλεύει το σώμα του, ψάχνοντας για μια ουλή, μια εξήγηση. Ίσως ο στόχος τους να ήταν κάποιο όργανο του, ένα νεφρό, ένα συκώτι. Είχε ακούσει για τέτοιες περιπτώσεις, άνθρωποι που ξυπνούσαν σε κάποια μπανιέρα, με μια τεράστια πληγή που έκρυβε πρόχειρα το φρικτό έγκλημα. Όμως πουθενά δεν μπόρεσε να βρει το παραμικρό σημάδι. Και άλλωστε, ένιωθε αρκετά υγιής, ίσως κάπως σοκαρισμένος, αλλά σίγουρα όχι στην κατάσταση κάποιου που του κλέψανε το συκώτι. Δεν υπήρχε λογική. Το μόνο που άξιζε ήταν το ίδιο το σπίτι. Αλλά και αυτό το είχε χάσει πια στην Τράπεζα. Ήταν θέμα εβδομάδων να προχωρήσουν στην έξωση του".




"Κύριε Κιούση,

με λύπη σας ενημερώνουμε ότι έχετε καταδικαστεί, ερήμην, σε κατ' όικον περιορισμό, προς αποφυγήν πιθανής διατάραξης της κοινωνικής γαλήνης. Όπως γνωρίζετε, με βάση τον νομο 2112, "η εξασφάλιση των αναγκαίων για επιβίωση αποτελεί αποκλειστική μέριμνα κάθε ατόμου. Οποιαδήποτε προσπάθεια να επιφορτιστεί η κάλυψη αυτών των αναγκών, όπως η στέγαση και η διατροφή σε άλλο πρόσωπο ή το κοινωνικό σύνολο, αλλά και κάθε προσπάθεια προπαγάνδας με σκοπό τον εκβιασμό της πλήρωσης αυτών των αναγκών από άλλο πρόσωπο ή το κοινωνικό σύνολο, απαγορεύεται και τιμωρείται με κατ'οίκον περιορισμό του ανίκανου προς κάλυψη αναγκών ατόμου".



"Όταν κανείς βρεθεί σε αυτό το σκοτάδι, είναι εύκολο να χάσει τον ειρμό του. Εκείνη η άγκυρα, που κρατάει τον νου ασφαλή, μακριά από ταραγμένα νερά, κινδυνεύει να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Και τότε, χωρίς ένα σταθερό σημείο αναφοράς, η σκέψη είναι ελεύθερη να πάει όπου θέλει, και να φτιάξει τα πάντα από το τίποτα. Μέσα σ' αυτό το εύπλαστο σκοτάδι, ο μόνος τρόπος να δεις ξανά το φως, είναι να κλείσεις τα ματιά. Και εκεί, όπου όλα είναι δικά σου, μπορείς να ξαναζήσεις εκείνο το καλοκαίρι σε εκείνο το νησί. Με μια βουτιά, επιστρέφεις σε μια άλλη ηλικία, ακαθόριστη, όχι πια έφηβος, μα ούτε και μεγάλος. Ανακαλείς όλους τους χρωματισμούς που έπαιρνε η θάλασσα μέσα στη μέρα. Ανακαλύπτεις ξανά σχήματα στα αμέτρητα άστρα, άστρα τόσο λαμπερά που δεν καταδέχονταν το θράσος της πόλης. Τα βλέφαρα σου αρχίζουν να ζεσταίνονται, βρίσκεσαι ξαπλωμένος στην άμμο, ήρεμος, γύρω απ' τη φωτιά, και ξάφνου, βλέπεις τα μάτια της, ποτέ δεν ήταν πιο όμορφα. Τόσο απλά, κλείνεις τα ματιά, και ξάφνου, βρίσκεσαι εκεί, που το μέλλον δεν φαίνεται τόσο άγριο, σχεδόν δεν φαίνεται καθόλου, το παρόν έχει εκτοπίσει τα πάντα.
Αυτή ήταν πια η μόνη του διαφυγή, να κλείνει παρήγορα τα ματιά και να βυθίζεται σε εποχές ξέγνοιαστες, ευτυχισμένες. Ναι, υπήρξαν ευτυχισμένες στιγμές. Για πρώτη φορά, άφοβος, παραδεχόταν πως υπήρξαν στη ζωή του τέτοιες στιγμές. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει άνετα με την ευτυχία. Έρωτες, προαγωγές, γλέντια, όλες εκείνες οι στιγμές που κοσμούν τις ζωές τόσων ανθρώπων, γεννούσαν εντός του μια απροσδιόριστη νευρικότητα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει ακριβώς αυτή του την αντίδραση. Μέσα του όμως γνώριζε, πως αυτό που ένιωθε ήταν γνήσιος, παράλογος φόβος, για όσα θα επακολουθούσαν. Μια παρανοϊκή πεποίθηση, πως αν ποτέ αναγνώριζε αυτό που ζούσε ως ευτυχία, τότε ο τρόχος είχε κιόλας γυρίσει. Κάποιο κακό κατέφθανε, μια συμπαντική δύναμη, που απαιτούσε να εισπραχθεί το κόστος της ευτυχίας. Όμως εδώ, κλεισμένος, χωρίς νερό, χωρίς τροφή, δεν υπήρχε κανένα δυσοίωνο μέλλον να παραμονεύει, καμία θεϊκή δύναμη γύρω, έτοιμη να εκδικηθεί την ύβρη του, που τόλμησε να πιστέψει πως μπορούσε να αγγίξει την ευτυχία. Όχι, εδώ, αφημένος στον θάνατο, χωρίς ελπίδα, δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο να περιμένει. Βρισκόταν στην άβυσσο. Και ήταν τόσο απελευθερωτικό. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήταν ελεύθερος, το ανόητο παιχνίδι είχε τελειώσει, η ρόδα δεν γύριζε πια."

Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

"Γιατί αποτυγχάνουν οι σχέσεις" μέρος 2ο

Οι άνθρωποι δεν βρίσκουν τον έρωτα γιατί στην πραγματικότητα, δεν τον αναζητούν. Και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου κάποιος καταβάλλει προσπάθεια για να αποφύγει τον έρωτα. Διότι, ακόμη και εκείνοι που θεωρούν ότι δεν φοβούνται τον έρωτα, δεν μπορούν να τον βρουν, επειδή τον ψάχνουν σε λάθος μέρος. Βιώνουν τον έρωτα, αν μπορεί κανείς να τον ονομάσει έτσι, όπως βιώνουν τις περισσότερες εμπειρίες τους, ιδιωτικά και προσωπικά. Ο "άλλος", το αντικείμενο του έρωτα, αποτελεί περισσότερο ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού παρά αναπόσπαστο μέλος μιας σύμπραξης. Και είναι λογικό που οι περισσότεροι το αντιλαμβάνονται έτσι, αφού σχεδόν για όλες τις υπόλοιπες εμπειρίες που βιώνει το άτομο στη ζωή του, η ατομικότητα του αρκεί. Όμως ο έρωτας αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία, τόσο ξεχωριστή ώστε, όσες προσπάθειες και να κάνει κανείς, όσο δυνατός ή προικισμένος κι αν θεωρεί πως είναι, δεν μπορεί να τον επιτύχει μόνος του, χρειάζονται πάντα δύο.

Παρ' όλα αυτά, βλέπω συχνά ανθρώπους να θεωρούν ότι μπορούν να προσεγγίσουν έτσι, ατομικά, τον έρωτα, επειδή αισθάνονται κάτι για κάποιον. Όμως, υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα άτομο μπορεί να ποθεί κάποιο άλλο. Και ο έρωτας, δυστυχώς, δεν είναι ο πιο συχνός λόγος. Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι έλκονται από ανθρώπους που μπορούν να ικανοποιήσουν το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθουν. Και, έτσι, βλέπουμε, να περνούν για έρωτας, σχέσεις χωρίς καμία επικοινωνία, καταστάσεις όπου μεταξύ δυο ανθρώπων επικρατούν σχέσεις εξουσίας. Και βρίσκουμε ανθρώπους κολλημένους σε τέτοιες καταστάσεις, που δεν είναι πια ευχάριστες, πόσο μάλλον ερωτικές. Και συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί, όχι γιατί τους ωθεί ο έρωτας, αλλά γιατί τους το επιβάλλει το αίσθημα κατωτερότητας. Μπερδεύουν την ταπείνωση, που τους προκαλεί αυτό το αίσθημα, με την εξαφάνιση του εγώ που παρατηρείται στις ερωτικές καταστάσεις. Και ονομάζουν έρωτα την εξάρτηση. Η αλήθεια είναι, όμως, πως στον πραγματικό έρωτα δεν εξασθενεί καθόλου το εγώ, αντιθέτως, το εγώ νιώθει τόσο ισχυρό που καταλαβαίνει ότι οι πανοπλίες και τα τείχη τον εμποδίζουν παρά τον προστατεύουν και αρχίζει να εξερευνά νέους κόσμους.

Αυτό είναι, άλλωστε, ο έρωτας, μια εξερεύνηση σε άλλους κόσμους από τον δικό μας. Ανοίγουμε τον δικό μας κόσμο σε κάποιον και εκείνος ανταποδίδει. Διότι, ο έρωτας, στην πραγματική του κατάσταση, είναι μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Και η ύψιστη στιγμή αυτής της επικοινωνίας είναι η ερωτική πράξη, εκεί όπου δυο άνθρωποι καταφέρνουν να πουν, μη λεκτικά, όλα εκείνα που δεν χωράνε σε λέξεις. Και εδώ ακριβώς είναι που το αίσθημα κατωτερότητας δημιουργεί πρόβλημα, επειδή μπλοκάρει αυτήν την επικοινωνία, αναγκάζοντας το άτομο που συμμετέχει σε αυτή την επικοινωνία να δρα λειψά, επιδιώκοντας να κρύψει ένα μέρος του εαυτού. Φανταστείτε, όμως, μια συζήτηση μεταξύ δυο ανθρώπων όπου ο ένας κρύβει κάτι από τον άλλον, είναι σχεδόν αδύνατον να προκύψει κάτι ουσιαστικό από μια τέτοια κουβέντα. Θα είναι μια ανιαρή, στείρα επικοινωνία που θα αποσκοπεί όχι στη δημιουργία αλλά στην ασφάλεια.

Τέλος, ίσως κάποιοι να θεωρούν ότι η θεωρία του Άντλερ είναι μια απαισιόδοξη ερμηνεία και ότι ένα εκ προοιμίου αίσθημα κατωτερότητας, αποτελεί καταδίκη για τον έρωτα. Αλλά στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Διότι η γνώση πως και ο άλλος βιώνει τα ίδια πάθη με εμάς, μπορεί, τελικά, να μας φέρει πιο κοντά. Επειδή, όταν αναγνωρίσεις και κατανοήσεις το δικό σου αίσθημα κατωτερότητας και τις προεκτάσεις που δημιουργεί, γίνεται πολύ πιο εύκολο να κατανοήσεις τη συμπεριφορά του άλλου. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της θεωρίας του Άντλερ, ότι ίσως μας βοηθήσει να αποφύγουμε τις τόσο καταστροφικές παρεξηγήσεις που γεννιούνται μέσα σε μια σχέση. Να πάψουμε, δηλαδή, να "διαβάζουμε" τις πράξεις των άλλων με γνώμονα το δικό μας αίσθημα κατωτερότητας, βρίσκοντας πίσω από κάθε πράξη του άλλου μια προσωπική προσβολή, και να κατανοήσουμε πως οι πράξεις του καθένα είναι συνέπεια της δικής του αίσθησης κατωτερότητας. Διότι, τα μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν οφείλονται στις ίδιες τις πράξεις αλλά στο πως ερμηνεύουμε τις πράξεις αυτές.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

"Γιατί αποτυγχάνουν οι σχέσεις" μέρος 1ο



Σε μια πρόσφατη συζήτηση με φίλους, προσπαθήσαμε να αναλύσουμε γιατί υπάρχει τόση μοναξιά στον κόσμο, τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους διστακτικούς μπροστά στο ενδεχόμενο του έρωτα και γιατί οι σχέσεις αποτυγχάνουν. Όλοι είχανε να προσθέσουν από κάτι, λίγο ο φόβος, λίγο ο σύγχρονος τρόπος ζωής, λίγο τα κόμπλεξ. Φαίνεται, δηλαδή, πως οι περισσότεροι υποψιάζονται πως οι δυσκολίες που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν είναι αναπόφευκτες και αυθύπαρκτες αλλά προκαλούνται από τη σκέψη του καθενός, είναι περισσότερο ένα προσωπικό πρόβλημα παρά μια αντικειμενική πραγματικότητα.

Αν αναζητήσει κανείς μέσα από τις θεωρίες της Ψυχολογίας να βρει γιατί οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων παρουσιάζουν τόσες δυσκολίες, λογικά θα σταθεί στη θεωρία της προσκόλλησης. Σύμφωνα με αυτή, οι άνθρωποι, εξαιτίας "λαθών" στην ανατροφή τους, διαμορφώνουν μια διστακτική προσέγγιση απέναντι στους άλλους. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή θεωρούν πως οι ίδιοι δεν είναι άξιοι για έρωτα, είτε επειδή οι "άλλοι" δεν είναι ικανοί να προσφέρουν αγάπη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το άτομο δεν φαίνεται διατεθειμένο να εμπλακεί σε οικείες καταστάσεις διότι τις θεωρεί αδιέξοδες ή επικίνδυνες. Αυτή η αβάσιμη πρόβλεψη, για το τι θα ακολουθήσει, είτε θα αποτρέψει εξ αρχής το άτομο από το να εμπλακεί σε κάτι οικείο είτε, και εφοσον βρει το θάρρος να ξεπεράσει τον αρχικό του δισταγμό, θα εμπλακεί, άλλα μόνο στην υποψία ότι μπορεί να καταλήξει πληγωμένος, θα κάνει ότι μπορεί προκειμένου να τερματίσει ο ίδιος το εγχείρημα, προλαβαίνοντας το επερχόμενο "κακό".

Αυτή είναι σίγουρα μια αποκαλυπτική ερμηνεία αλλά δεν στέκεται παρά στην περιγραφή του προβλήματος και δεν εξηγεί ιδιαίτερα τι κάνει το άτομο να φέρεται έτσι, δεν υπογραμμίζει τα κίνητρα που οδηγούν στην αυτοπροστασία, τις σκέψεις που ταλαιπωρούν το μυαλό του. Θα πρέπει, λογικά, να υπάρχει κάποιο αίσθημα που βιώνει το άτομο, τόσο δυνατό ώστε να δικαιολογεί την αρνητικότητα του προς τον έρωτα. Και υπάρχει όντως μια θεωρία που, αν και δεν εστιάζει απόλυτα στον τομέα των ερωτικών-οικείων σχέσεων, προσφέρει μια ικανοποιητική ερμηνεία για το πρόβλημα μας.

Σύμφωνα με τον Άλφρεντ Άντλερ, πατέρα της Ψυχολογίας, μαζί με τους Φρόιντ και Γιουνγκ, καθένας έχει μέσα του ένα αίσθημα κατωτερότητας, μια αίσθηση ανεπάρκειας. Αν και αυτό το αίσθημα προκαλεί πολλά προβλήματα στην ανάπτυξη του ατόμου, ο Άντλερ δεν το θεωρεί απαραιτήτως κακό, αφού αυτή η αίσθηση δημιουργεί κίνητρα για βελτίωση, τα ίδια κίνητρα που οδήγησαν τον άνθρωπο σε τόσες ανακαλύψεις και εφευρέσεις προκειμένου να επιβιώσει στον κόσμο. Το πρόβλημα με το αίσθημα κατωτερότητας αρχίζει όταν αυτό γίνεται εμπόδιο στην προσπάθεια του ατόμου να προσεγγίσει άλλους ανθρώπους.

Διότι, εξαιτίας του, οι σχέσεις που σχηματίζονται μεταξύ των ανθρώπων τείνουν να βασίζονται περισσότερο στον ανταγωνισμό παρά στη συνεργασία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν βιώσιμο συνεταιρισμό όπου καθένα από τα μέλη του φροντίζει πρώτα για τη δική του εξασφάλιση και όχι για την εξασφάλιση ενός κοινού σκοπού. Ποια τύχη θα είχε μια τέτοια προσπάθεια όταν, αντί ο ένας να θαυμάζει και να εκτιμάει τα πλεονεκτήματα του άλλου, τα θεωρεί απειλή; Μια τέτοια συνεργασία θα ήταν καταδικασμένη εν τη γενέσει της. (...συνεχίζεται)


Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

"Περί εθισμού"

Σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα, επιστήμονες έδειξαν σε άτομα με εξάρτηση στην κοκαΐνη μια οθόνη, στην οποία εμφανίζονταν σκόρπιες λέξεις, μερικές μόνο από τις οποίες σχετίζονταν με την χρήση κοκαΐνης. Το ξεχωριστό με τη συγκεκριμένη οθόνη ήταν πως μπορούσαν με αυτή να ανιχνεύσουν τις οφθαλμικές κινήσεις του πειραματιζόμενου, εντοπίζοντας που και τι κοιτάει αλλά και να μετρήσουν πόσο γρήγορα θα κοιτάξει. 

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν πως το άτομο κοιτούσε εκείνες τις λέξεις που είχε συσχετίσει με την χρήση της ουσίες, διαλέγοντας τις από τις υπόλοιπες, προτού μπορέσει καν να τις αντιληφθεί. Πριν καν προλάβει να διαβάσει τις λέξεις συνειδητά, είχε ήδη εστιάσει σε αυτές που σχετίζονταν με την κοκαΐνη, εντελώς αυτόματα. Το συγκεκριμένο πείραμα πραγματοποιήθηκε σε διάφορες παραλλαγές, όπου αντί για εθισμένους σε κοκαΐνη εξετάστηκαν χρήστες άλλων ουσιών αλλά και παχύσαρκοι. Και κάθε φορά επαληθευόταν η υπόθεση των ερευνητών.

Ποια ήταν η υπόθεση τους; Ότι ο οργανισμός έχει την ικανότητα να εστιάζει την προσοχή μας σε συγκεκριμένα ερεθίσματα ώστε να τα ανιχνεύει πριν από άλλα και να εξασφαλίζει ο,τι χρειάζεται, γρήγορα και αποτελεσματικά, δίνοντας προτεραιότητα σε αυτά έναντι των υπολοίπων.

Αυτό σημαίνει ότι οι αισθήσεις μας δεν είναι ανεξάρτητες. Είναι απλώς εργαλεία που βρίσκονται στη διάθεση του οργανισμού προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, για αυτό το λόγο τις αναπτύξαμε και εξαιτίας αυτού του τόσο εξελιγμένου μηχανισμού καταφέραμε να ξεχωρίσαμε από τα υπόλοιπα ζώα. Όμως, σε περιπτώσεις εθισμού, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο δυσκολευόμαστε να κόψουμε από κάτι. Γιατί, ξαφνικά, το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας.

Κακώς έχουμε, λοιπόν, την εντύπωση ότι ο κόσμος είναι αντικειμενικός και ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι να τον ανακαλύψουμε. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο καθένας βλέπει τον κόσμο με τα δικά του μάτια και διαλέγει από τα χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του πρώτα εκείνα που χρειάζεται ο οργανισμός του, εκείνα τα οποία έχουν γίνει συνήθεια, εθισμός.

Και όταν μιλάμε για εθισμό, δεν αναφερόμαστε μονάχα σε ουσίες. Είναι πολλά αυτά στα οποία μπορεί να εθιστεί κανείς, από συγκεκριμένα συναισθήματα μέχρι συγκεκριμένους ανθρώπους. Καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς, πως όταν ένας οργανισμός έχει εθιστεί στο άγχος, τότε μέσα σε χιλιάδες ερεθίσματα που παρουσιάζονται μπροστά του, θα διαλέγει εκείνα που μπορούν να του προσφέρουν άγχος. Αν είναι εθισμένος στην μελαγχολία, θα εντοπίζει στο αισθητικό του πεδίο τα ερεθίσματα που μπορούν να του προκαλέσουν μελαγχολία. Αν είναι εθισμένος στην απογοήτευση, θα τη βρίσκει συνεχώς μπροστά του. Και αν έχει ανάγκη να βλέπει κακούς ανθρώπους που θέλουν το κακό του, αυτούς θα αναζητήσει πρώτα.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

"Μερικές συμβουλές για όσους δεν βλέπουν ψυχολόγο"

1: Αναζητήστε τα μοτιβα που χαρακτηρίζουν τη ζωή σας, εκείνες τις σταθερές, ιδιαίτερες συμπεριφορές, που φαίνονται να σας ακολουθούν ανεξαρτήτως συνθηκών. Έχουν να σας αποκαλύψουν πολλά. 2: Σκεφτείτε καταστάσεις στις οποίες φαίνεται να εμπλέκεστε συνεχώς. Κάποιος λόγος υπάρχει που ζείτε συνεχώς το ίδιο δίλημμα, κάτι μέσα στη ψυχή σας το επιδιώκει, ζητάει μια λύση σε κάτι που άφησε άλυτο και το έστειλε στα απωθημένα. 3: Προσπαθήστε να θυμηθείτε. Τα πάντα, από την πρώτη ανάμνηση μέχρι την τελευταία. Όσα μπορείτε να θυμηθείτε αλλά και όσα όχι, έχουν σημασία. Δοκιμάστε μια αναδρομή και θα παρατηρήσετε ότι κάποιες φάσεις της ζωής τις θυμάστε πολύ καλά και άλλες σχεδόν καθόλου. Κάποιος λόγος υπάρχει για αυτό. 4: Αναρωτηθείτε γιατί κάνετε ότι κάνετε, γιατί θέλετε όσα θέλετε και γιατί πιστεύετε σε ότι πιστεύετε. Είναι τρομερό πόσα από εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρείς δικά σου είναι απλώς μια αντίδραση σε αυτό που νομίζεις ότι είναι οι άλλοι. 5: Μέσα μας υπάρχει ένας κριτής. Εκείνη η φωνή που τρέχει να μας κατακρίνει με το που κάνουμε ένα λάθος. Χρειάζεται, γιατί μας γλιτώνει από πολλά πράγματα που θα μετανιώναμε. Αλλά μερικές φορές το παρακάνει. Ειδικά όταν αρχίζει να μοιάζει στους γονείς μας. Μην ξεχνάς ότι είναι μόνο ένα μέρος του εαυτού, δεν κάνει κουμάντο. 6: Το μεγαλύτερο ποσοστό της συμπεριφοράς μας λειτουργεί με μηχανισμούς εθισμού, ελάχιστες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα σκέψης. Αλλά ούτε αυθόρμητες είναι. Είναι εξαρτημένες συμπεριφορές που στοχεύουν στο να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη του οργανισμού, είτε πρόκειται για φαγητό και νερό, είτε για συγκεκριμένα συναισθήματα. Και φτιάχνουμε ολόκληρο τον κόσμο μας με τέτοιο τρόπο ώστε να τα εξασφαλίσουμε. Οπότε είναι σημαντικό να γνωρίζουμε σε τι είμαστε εθισμένοι και να αποφασίσουμε αν αξίζει να οδηγεί τη συμπεριφορά μας.